© ppol

Αν μη τι άλλο, οι εκλογές της 4ης Οκτωβρίου θα σηματοδοτήσουν τον τερματισμό μιας θλιβερής κυβερνητικής θητείας, εκείνης του Kώστα Καραμανλή του νεότερου. Επί των ημερών του κυριάρχησε η στασιμότητα, η αναβλητικότητα, η πολιτική δειλία, η έκλειψη της πολιτικής από την επικοινωνία. Καταστρατηγήθηκαν οι βασικότερες θεσμικές λειτουργίες του πολιτεύματος, βυθίστηκε η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, καταβαραθρώθηκε το διεθνές κύρος της Ελλάδας. Η ανευθυνότητα, η ιδιοτέλεια, η διαφθορά σφράγισαν την πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου. Οι ανισότητες αυξήθηκαν -ο κομματισμός ξεχείλισε.
Το μεγάλο ερώτημα των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου όμως είναι αν ο «θίασος» που μας κυβέρνησε την τελευταία εξαετία αποτελεί σύμπτωμα της σήψης μιας παράταξης, ή μήπως εκφράζει τη βαθιά ασθένεια συνολικά (τουλάχιστο) του πολιτικού μας συστήματος. Διότι δεν πρέπει να ξεχνούμε πως εδώ και μία σχεδόν δεκαετία οι κυβερνητικοί απολογισμοί βαίνουν από το κακό στο χειρότερο: η δεύτερη κυβέρνηση Σημίτη υπολειπόταν σημαντικά εκείνης της περιόδου 1996-2000, οι κυβερνήσεις Καραμανλή υπολείπονταν της δεύτερης κυβέρνησης Σημίτη κ.ο.κ.
Οι οιωνοί για το επερχόμενο ΠΑΣΟΚ δεν είναι καλοί. Ακολουθώντας την φθίνουσα πορεία που προαναφέραμε, το ΠΑΣΟΚ του 2009 υστερεί σε προγραμματικές επεξεργασίες, σε ποιότητα στελεχιακού δυναμικού, σε σαφήνεια και σε ειλικρίνεια σε σχέση με τις εκδοχές του τού 1996, του 2000, ακόμα και του 2004 ή του 2007. Η αποπομπή του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, η απάθεια με την οποία αντιμετώπισε το ΠΑΣΟΚ το ζήτημα της επανένταξης του Γιάννου Παπαντωνίου, η αδυναμία προσέλκυσης του Λουκά Παπαδήμου, η ανακούφιση με την οποία υποδέχτηκε το ΠΑΣΟΚ την αποχώρηση του Αλέκου Παπαδόπουλου, η μη αξιοποίηση ενός πλούσιου επιστημονικού δυναμικού που κινείται στο χώρο της κεντροαριστεράς έστω κι αν είναι έντονα επιφυλακτικό ως προς τις ικανότητες του Γιώργου Παπανδρέου, δεν προμηνύουν τίποτα καλό. Είναι φανερό πως το περιβάλλον του Γιώργου Παπανδρέου (θα πήγαινε πολύ να χαρακτηρίσουμε αυτό το πράγμα «ηγετική ομάδα») κινείται κι αυτό στη βάση δημοσκοπικών και όχι πολιτικών κριτηρίων, ενώ διακρίνεται από έλλειμμα πολιτικής συγκρότησης, περίσσευμα κυνισμού, στενοψυχία και μισαλλοδοξία.
Για να σπάσει ο φαύλος κύκλος που αποσυνθέτει εδώ και μια δεκαετία το πολιτικό μας σύστημα, για να ξεφύγουμε από την ελκτική δύναμη της «επαγγελματοποίησης της πολιτικής, της κυριαρχίας της επικοινωνίας και του εντυπωσιασμού, της κυνικής αντιμετώπισης των πολιτών... της έλλειψης σχεδίου, της επιπολαιότητας και της απρονοησίας» φαίνεται πως χρειαζόμαστε κάτι περισσότερο από μια ακόμα «αυτοδύναμη» εναλλαγή ΠΑΣΟΚ-ΝΔ.
Αυτό το «κάτι» θα μπορούσε να είναι η ομαλή μετάβαση από το δικομματισμό στον πολυκομματικό διπολισμό. Μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε να εκφραστούν σε κυβερνητικό επίπεδο κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που σήμερα παραμένουν αδρανείς, περιθωριοποιημένες ή εξαναγκάζονται να «αυτοκτονήσουν» πολιτικά. Θα ήταν έτσι δυνατό να δούμε να αναδεικνύονται πολιτικές δυνάμεις που θα ενδιαφέρονταν να αξιοποιήσουν το κενό ευθύνης, ανυστεροβουλίας, γνώσης, τιμιότητας που χαρακτηρίζει τα κόμματα του δικομματισμού.
Η μετάβαση αυτή είναι σήμερα πιθανότερη από ότι χτες:
-
Πρώτον, διότι την ανάγκη για μια τέτοια ομαλή έξοδο από τη μεταπολιτευτική «μεταδημοκρατία» την έχουν αντιληφθεί ισχυροί παράγοντες της πολιτικής και οικονομικής ζωής, ακόμα και τμήματα του «σκληρού πυρήνα» του μεταπολιτευτικού κατεστημένου, που κατανοούν πως η -έστω επώδυνη- ειρηνική μεταρρύθμιση του συστήματος είναι πολύ προτιμότερη της ανατροπής του...
-
Δεύτερον, διότι εμφανίζονται πολιτικές δυνάμεις πρόθυμες να αναλάβουν την ευθύνη που τους αναλογεί προκειμένου να γίνει πράξη αυτή η τομή στη μεταπολιτευτική ζωή.
Μέχρι σήμερα, η παραδοσιακή αριστερά, που η διάταξη των κομματικών δυνάμεων της είχε αναθέσει το ρόλο του κινητήρα της αλλαγής του πολιτικού συστήματος, απέφευγε την ανάληψη κάθε σχετικής ευθύνης, προβάλλοντας απίθανες προφάσεις και παρανοϊκά επιχειρήματα. Η παραδοσιακή αριστερά βολεύτηκε στο ρόλο εκείνου που απομυζά την πλουσιοπάροχη κρατική χρηματοδότηση, ξεκοκαλίζει το μερίδιο εξουσίας που της αναλογεί (στην τοπική αυτοδιοίκηση, τα συνδικάτα, τη δημοσιογραφία, τα πανεπιστήμια) και αναμασά απίθανα απαρχαιωμένες δοξασίες, πιστοποιώντας έτσι -και περιφρουρώντας συνάμα- τη συνολική καθυστέρηση της πολιτικής και πνευματικής ζωής της χώρας.
Η εμφάνιση των «οικολόγων πράσινων» μπορεί να αλλάξει αυτά τα δεδομένα: υπάρχει πια μια πολιτική δύναμη που πιθανότατα θα εκπροσωπηθεί από 8-10 βουλευτές που δηλώνουν πρόθυμοι να συμβάλουν ως «ελάσσων εταίρος» στη διακυβέρνηση της χώρας, διευκολύνοντας έτσι τη μετάβαση από τον «τυφλό» δικομματισμό στον πιο σύνθετο και γόνιμο πολυκομματικό διπολισμό.
Θεωρούμε πως η δύναμη αυτή πρέπει να ενισχυθεί. Πρέπει να της δοθεί η ευκαιρία να συμβάλει στην αλλαγή των αγκυλωμένων πολιτικών ισορροπιών της μεταπολίτευσης. Εδώ που τα λέμε, αξίζουμε κι εμείς μια ευκαιρία να αποκαταστήσουμε την ιδιότητά μας του πολίτη, που καθημερινά την υπεξαιρούν οι ισχυροί του μεταπολιτευτικού συστήματος. Πέραν των προγραμματικών τους θέσεων και του πολιτικού τους προσωπικού (που αμφότερα είναι από θετικά έως αξιόλογα), οι «οικολόγοι πράσινοι» αξίζουν την ενίσχυσή μας λόγω της κρίσιμης «γεωγραφικής» τους τοποθέτησης στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ας ελπίσουμε πως η είσοδός τους στο κοινοβούλιο θα διευκολύνει την απελευθέρωση και τη σύγκλιση εκείνων των δυνάμεων του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΝ, ίσως και της κεντροδεξιάς που είναι διατεθειμένες να μετατρέψουν τις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου σε ιστορικό «σταθμό» στην ανανέωση και τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού μας συστήματος.
Χρειαζόμαστε ένα πολιτικό σύστημα που θα ασχολείται πρωτίστως με τα προβλήματα των πολιτών και της πατρίδας και θα καλλιεργεί σχέσεις εμπιστοσύνης και ειλικρίνειας με την κοινωνία. Για να γίνει αυτό, στις 4 Οκτωβρίου χρειάζεται να περάσουμε ανάμεσα από τη «Σκύλλα» της αυτοδυναμίας του ΠΑΣΟΚ και τη «Χάρυβδη» της ακυβερνησίας. Η ενίσχυση των «οικολόγων πράσινων» είναι το πρώτο βήμα για κάτι τέτοιο...
Διαβάστε τις προηγούμενες δημόσιες υποστηρίξεις της «προοδευτικής πολιτικής»:
|